Ήταν τέσσερις τα ξημερώματα όταν η γυναίκα ξύπνησε απότομα και συνειδητοποίησε πως η θέση δίπλα της στο κρεβάτι ήταν άδεια.
Ανήσυχη, φόρεσε τη ρόμπα της και κατέβηκε στην κουζίνα. Εκεί, μέσα στο ημίφως, βρήκε τον άντρα της καθισμένο μόνος στο τραπέζι. Μπροστά του είχε ένα σχεδόν άδειο μπουκάλι ουίσκι και ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα. Καθώς τον πλησίασε, είδε ένα δάκρυ να κυλάει αργά στο μάγουλό του.
– «Αγάπη μου, τι συμβαίνει;» τον ρώτησε τρυφερά, χαϊδεύοντάς του τον ώμο. «Γιατί είσαι έτσι τέτοια ώρα; Τι έπαθες;»
Εκείνος σήκωσε το βλέμμα του, θολωμένο από το ποτό και τη νοσταλγία, και τη ρώτησε με βραχνή φωνή:
– «Θυμάσαι, αγάπη μου, πριν από είκοσι ακριβώς χρόνια; Εγώ ήμουν δεκαοχτώ, εσύ μόλις δεκαέξι… Τότε που κάναμε έρωτα για πρώτη φορά στο υπνοδωμάτιο των γονιών σου;»
Η γυναίκα χαμογέλασε γλυκά στη θύμηση. – «Ναι, μωρό μου, φυσικά και το θυμάμαι…»
– «Και θυμάσαι,» συνέχισε εκείνος με έναν βαθύ αναστεναγμό, «που μπήκε ξαφνικά ο πατέρας σου, μας έπιασε στα πράσα και μου έδωσε εκείνο το φριχτό τελεσίγραφο; Που μου είπε: “Είτε την παντρεύεσαι τώρα, είτε φωνάζω την αστυνομία και μπαίνεις φυλακή για είκοσι χρόνια που πήγες με ανήλικη”;»
– «Ναι, αγάπη μου, το θυμάμαι πολύ καλά… Ήταν τρομακτικό. Αλλά γιατί κλαις γι’ αυτό τώρα; Περασμένα ξεχασμένα…»
Ο άντρας κατέβασε μονορούφι το ποτό του, σκούπισε το δάκρυ και της είπε:
– «Γιατί, γαμώτο… Σήμερα θα αποφυλακιζόμουν!»


