Ήταν δύο αχώριστοι φίλοι, ο Σούτσος και ο Μούτσος, γνωστοί σε όλη την πλατεία για τα χοντρά αστεία που έκαναν ο ένας στον άλλον. Συνήθεια τους ήταν να πίνουν τον απογευματινό τους καφέ σε δύο διαφορετικά καφενεία, ακριβώς αντικριστά, για να έχουν οπτική επαφή και να καταστρώνουν σχέδια.
Ένα απόγευμα, ο Μούτσος έχει κέφια. Φωνάζει έναν πιτσιρικά που έπαιζε εκεί γύρω και του δίνει ένα δεκάρικο. – «Μικρέ, βλέπεις εκείνον τον κύριο στο απέναντι καφενείο; Θέλω να πας και να τον ρωτήσεις τι ώρα είναι. Μόλις σου απαντήσει, θα του πεις δυνατά: “Ωραία, έλα σπίτι μου στις έξι ακριβώς να σε γαμ…ω!” και μετά θα φύγεις τρέχοντας να σωθείς».
Ο πιτσιρικάς βάζει το δεκάρικο στην τσέπη, πάει στον Σούτσο και τον ρωτάει με αθώο ύφος: – «Θείε, θείε, τι ώρα είναι;» Ο Σούτσος κοιτάει το ρολόι του και απαντάει ευγενικά: – «Έξι παρά τέταρτο, αγόρι μου». Και ο μικρός πετάει την βόμβα: – «Ωραία! Έλα σπίτι μου στις έξι ακριβώς να σε γαμ…ω!»
Ο Σούτσος γίνεται κόκκινος από τον θυμό του, πετάει την καρέκλα και αρχίζει να κυνηγάει τον μικρό που τρέχει σαν σίφουνας. Τρέχοντας έξαλλος, περνάει μπροστά από το καφενείο του φίλου του. Ο Μούτσος, που παρακολουθούσε τη σκηνή πίνοντας άνετος τον φραπέ του, του φωνάζει: – «Ώπα ρε Σούτσο! Πού τρέχεις έτσι αλαιασμένος;»
Ο Σούτσος σταματάει λαχανιασμένος και του λέει με τρεμάμενη φωνή: – «Άσε με ρε Μούτσο! Το κωλόπαιδο! Πάω να τον ρωτήσει τι ώρα είναι, του λέω έξι παρά τέταρτο και μου απαντάει “έλα σπίτι μου στις έξι να σε πηδήξω”!»
Και ο Μούτσος, κοιτώντας το ρολόι του με απόλυτη ηρεμία, του απαντά: – «Ε, καλά ρε συ, και γιατί βιάζεσαι τόσο; Έχεις ακόμα ένα τέταρτο!»


