Μια κοπέλα ετοιμάζεται για το μεγάλο βήμα: να γνωρίσει για πρώτη φορά τους γονείς του συντρόφου της. Είναι καλεσμένη στο σπίτι τους για βραδινό και το άγχος της είναι στα ύψη.
Νωρίτερα το μεσημέρι, όμως, είχε κάνει ένα τραγικό διατροφικό σφάλμα. Λόγω πείνας, είχε καταβροχθίσει δύο πιάτα μπρόκολο και μια γενναία μερίδα γίγαντες. Το αποτέλεσμα; Μέχρι να φτάσει το βράδυ, το στομάχι της έκανε πάρτι και το έντερό της ήταν έτοιμο για έκρηξη.
Φτάνει στο σπίτι, γίνονται οι συστάσεις και κάθονται στο τραπέζι. Το κλίμα είναι ευχάριστο, αλλά η κοπέλα ιδρώνει κρύο προσπαθώντας να συγκρατηθεί. Κάποια στιγμή, πάνω στην κουβέντα, της ξεφεύγει μια μικρή, ύπουλη και συριστική «πορδή».
Η κοπέλα κοκκινίζει και σκέφτεται «Τελείωσε, έγινα ρεζίλι». Αμέσως, ο πατέρας του αγαπημένου της κοιτάζει κάτω από το τραπέζι και φωνάζει αυστηρά: – «Τζακ!»
Η κοπέλα κοιτάζει διακριτικά και βλέπει τον σκύλο της οικογένειας ξαπλωμένο ακριβώς κάτω από την καρέκλα της. «Θεέ μου, σώθηκα», σκέφτεται ανακουφισμένη. «Νομίζουν ότι το έκανε ο σκύλος!».
Έχοντας πλέον το τέλειο άλλοθι, η κοπέλα χαλαρώνει. Μετά από λίγο, αφήνει ελεύθερη μια δεύτερη, λίγο πιο δυνατή αυτή τη φορά. Ο πατέρας ξαναφωνάζει αμέσως, πιο έντονα: – «Τζακ, ησύχασε!»
Η κοπέλα πλέον πλέει σε πελάγη ευτυχίας. «Αυτό είναι ζωή», σκέφτεται. «Εγώ ξαλαφρώνω και τις τρώει ο σκύλος».
Έτσι, αποφασίζει να δώσει το τελειωτικό χτύπημα. Μαζεύει δυνάμεις και εξαπολύει μια κλανιά-μνημείο, διάρκειας δέκα δευτερολέπτων, που έκανε τα κρύσταλλα στο σύνθετο να τρίζουν.
Ο πατέρας, έξαλλος πια, χτυπάει το χέρι στο τραπέζι και ουρλιάζει στον σκύλο: – «Τζακ, τσακίσου φύγε από κει ρε, γιατί όπως πάει αυτή, σε λίγο θα σε χέσει!»

